Τρία νέα κρούσματα του ιού Έμπολα έχουν επιβεβαιωθεί στη Λιβερία, η οποία είχε κηρυχθεί απαλλαγμένη από την επιδημία στις 3 Σεπτεμβρίου, όπως ανακοίνωσε χθες Παρασκευή ένας εκπρόσωπος του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ).
Ο πρώτος ασθενής είναι ένα αγόρι 10 ετών που αρρώστησε στις 14 Νοεμβρίου και διακομίστηκε τρεις ημέρες αργότερα σε νοσοκομείο της Μονρόβια, διευκρίνισε μιλώντας στους δημοσιογράφους ο γιατρός Μπρους Έιλαρντ αρμόδιος στον ΠΟΥ για την αντιμετώπιση της επιδημίας του αιμορραγικού πυρετού.
«Το παιδί δεν είχε καμία γνωστή επαφή με κάποιον επιζώντα ούτε παρέστη σε κηδείες», πρόσθεσε ο ίδιος, αφήνοντας ανοικτό τον τρόπο με τον οποίο μολύνθηκε ο δεκάχρονος, ο οποίος ζει στο Πέινσβιλ, ένα προάστιο της λιβεριανής πρωτεύουσας.
Δύο από τους αδελφούς του παρουσίασαν επίσης σημάδια της ασθένειας τις τελευταίες δύο ημέρες, επεσήμανε ο Έιλαρντ. Αργότερα ο ΠΟΥ επιβεβαίωσε ότι έχουν επίσης μολυνθεί από τον ιό του Έμπολα.
Στο μεταξύ η υπουργός Υγείας της Λιβερίας Μπέρνις Νταν επεσήμανε ότι έξι μέλη της οικογένειας του αγοριού καθώς και άλλοι άνθρωποι με τους οποίους ήρθε σε επαφή έχουν διακομιστεί στη Μονάδα Θεραπείας Έμπολα στο Πέινσβιλ.
Η Λιβερία είχε κηρυχθεί απαλλαγμένη από την επιδημία για πρώτη φορά τον Μάιο, όμως έξι εβδομάδες αργότερα η ασθένεια επανεμφανίστηκε.
Σύμφωνα με τους κανόνες του ΠΟΥ, μια χώρα κηρύσσεται απαλλαγμένη από τον ιό Έμπολα 42 ημέρες, δηλαδή δύο φορές η ανώτατη περίοδος εκκόλαψης της ασθένειας, μετά το τελευταίο γνωστό κρούσμα.
Η επιδημία του ιού Έμπολα στη δυτική Αφρική ήταν η πιο σοβαρή μετά την ταυτοποίηση του ιού στην κεντρική Αφρική το 1976.
Από την επιδημία αυτή συνολικά 11.300 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ενώ τα κρούσματα έφτασαν τις 29.000 από τον Δεκέμβριο του 2013. Σχεδόν όλοι οι θάνατοι καταγράφηκαν στη Σιέρα Λεόνε, τη Λιβερία και τη Γουινέα.
Στη Λιβερία καταγράφηκαν συνολικά 10.600 κρούσματα, με 4.808 θανάτους, ενώ η Σιέρα Λεόνε κηρύχθηκε απαλλαγμένη από τον ιό Έμπολα στις αρχές Νοεμβρίου.
Καναδοί γιατροί κατάφεραν για πρώτη φορά να διασπάσουν τον προστατευτικό φραγμό του ανθρωπίνου εγκεφάλου και να χορηγήσουν αντικαρκινικά φάρμακα με ασφάλεια, χάρη στη βοήθεια υπερήχων.
Ο κυτταρικός αιματοεγκεφαλικός φραγμός εμποδίζει τους παθογόνους μικροοργανισμούς και τις τοξικές ουσίες να διεισδύσουν στον ευαίσθητο και ζωτικό εγκέφαλο. Όμως αυτό αποτελεί εμπόδιο, όταν οι γιατροί θέλουν να στείλουν φάρμακα στον εγκέφαλο, καθώς συχνά αυτά μπλοκάρονται.
Όπως μετέδωσε το ΑΠΕ-ΜΠΕ, πειραματική τεχνική, που δοκιμάσθηκε από τον νευροχειρουργό Τοντ Μεϊνπράϊζ στο Κέντρο Επιστημών Υγείας Σάνιμπρουκ του Τορόντο σε μία 65χρονη καρκινοπαθή με όγκο στον εγκέφαλο, σύμφωνα με το BBC και το "New Scientist", χρησιμοποιεί μικροσκοπικές φυσαλίδες γεμάτες αέριο, οι οποίες κυκλοφορούν στο αίμα του ασθενούς και ανοίγουν παροδικές διόδους στον φραγμό που προστατεύει τον εγκέφαλο. Αυτό επιτυγχάνεται με μια ακτίνα κυμάτων υπερήχων, που εστιάζει στο κεφάλι του ασθενούς και κάνει τις φυσαλίδες να δονούνται γρήγορα, πράγμα που τις ωθεί να διεισδύσουν στον εγκέφαλο, μαζί με φάρμακα της χημειοθεραπείας, τα οποία έχουν παράλληλα χορηγηθεί ενδοφλέβια.
Θα ακολουθήσει η δοκιμή της ίδιας τεχνικής σε δέκα ακόμη ασθενείς με όγκο στον εγκέφαλο. Οι ειδικοί θεωρούν σημαντική την εξέλιξη, καθώς ανοίγει ο δρόμος για να χορηγούνται με μη επεμβατικό τρόπο στον εγκέφαλο φάρμακα, τα οποία αλλιώς θα ήσαν αναποτελεσματικά.
Εκτός απο τον καρκίνο, η μέθοδος θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και για άλλες ασθένεις, όπως οι νόσοι Αλτσχάιμερ και Πάρκινσον. Θα χρειαστεί όμως προηγουμένως να γίνουν περισσότερες κλινικές δοκιμές για να διασφαλισθεί ότι η τεχνική είναι όντως ασφαλής. Πειράματα σε ζώα δεν έχουν καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα κατά πόσο μπορεί να υπάρξουν παρενέργειες.
Οι γιατροί δεν είναι επίσης σίγουροι πόσο φάρμακο της χημειοθεραπείας εισδύει στον εγκέφαλο, πράγμα που θα φανεί, καθώς σύντομα θα εξετάσουν ένα τμήμα του όγκου της 56χρονης ασθενούς, τον οποίο αφαίρεσαν χειρουργικά μετά την εφαρμογή της πρωτοποριακής θεραπείας.










Οι άνθρωποι που είναι δίγλωσσοι ή πολύγλωσσοι έχουν διπλάσιες πιθανότητες να αποκτήσουν ξανά τις φυσιολογικές νοητικές λειτουργίες τους μετά από ένα εγκεφαλικό, σε σχέση με όσους μιλούν μόνο την μητρική γλώσσα τους, σύμφωνα με μία ινδοβρετανική επιστημονική έρευνα.
Η μελέτη έρχεται να προστεθεί σε άλλες που έχουν δείξει τα πολλαπλά οφέλη για την υγεία του εγκεφάλου, όταν μιλά κανείς περισσότερες γλώσσες. Μεταξύ άλλων έχει διαπιστωθεί ότι η γνώση και η συχνή χρήση ξένων γλωσσών καθυστερεί την εμφάνιση άνοιας και Αλτσχάιμερ.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής την καθηγήτρια νευρολογίας Σουβάρνα Αλαντί του Ινστιτούτου Ιατρικών Επιστημών Νιζάμ του Χαϊντεραμπάντ και τον Τόμας Μπακ του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, που έκαναν τη δημοσίευση στο αμερικανικό καρδιολογικό περιοδικό «Stroke», μελέτησαν τις περιπτώσεις 608 ασθενών που είχαν πάθει εγκεφαλικό. Από αυτούς, πάνω από τους μισούς μιλούσαν δύο ή περισσότερες γλώσσες.
Όπως διαπιστώθηκε, έως δύο έτη μετά από το εγκεφαλικό επεισόδιο, ένα διπλάσιο ποσοστό δίγλωσσων ή πολύγλωσσων ασθενών (πάνω από 40%) επανέλθει στη φυσιολογική κατάσταση σε σχέση με όσους μιλούσαν μόνο μια γλώσσα (σχεδόν 20%). Τα νοητικά-γνωσιακά τεστ μετά το εγκεφαλικό έδειξαν ότι γενικότερα οι πολύγλωσσοι τα πήγαιναν καλύτερα, ενώ ήταν επίσης λιγότερο πιθανό να εμφανίσουν άνοια.
Ερωτηματικό παραμένει σε ποιο βαθμό τα ευρήματα της μελέτης έχουν καθολική ισχύ διεθνώς. Το Χαϊντεραμπάντ στη νότια Ινδία, όπου διεξήχθη η έρευνα, είναι μια μεγάλη ιδιαίτερα πολυπολιτισμική πόλη, όπου μιλιούνται πολλές γλώσσες και πολλοί κάτοικοί της συχνά εναλλάσσουν γλώσσα μέσα στη μέρα (χίντι, ουρντού, αγγλικά κ.α.).
Όπως είπε η Αλλαντί, «το νοητικό όφελος ίσως να μην είναι τόσο μεγάλο σε μέρη όπου η ανάγκη της χρήσης δύο ή περισσοτέρων γλωσσών δεν είναι τόσο έντονη», γι' αυτό τόνισε ότι το ζήτημα πρέπει να μελετηθεί ευρύτερα.
Ο βιολογικός μηχανισμός που εξηγεί την προστατευτική δράση της δεύτερης ή τρίτης γλώσσας αποδίδεται στο λεγόμενο «γνωσιακό απόθεμα»: το πολυδαίδαλο δίκτυο νευρωνικών συνδέσεων που «χτίζει» σε μεγαλύτερο βαθμό ο εγκέφαλος των δίγλωσσων ή πολύγλωσσων, έτσι ώστε αν καταστραφούν μερικές από αυτές λόγω ενός εγκεφαλικού, υπάρχουν ακόμη αρκετές «εφεδρείες» για να συνεχιστεί απρόσκοπτα η νοητική λειτουργία. Η εγκεφαλική αυτή «εφεδρεία» μπορεί να δημιουργηθεί με διάφορους τρόπους και ένας από αυτούς είναι η παράλληλη χρήση άλλων γλωσσών.
Μετά από ένα εγκεφαλικό, σχεδόν ένας στους πέντε ασθενείς πεθαίνει και πολλοί περισσότεροι μένουν με αναπηρίες, όπως παράλυση άκρων, δυσκολία ομιλίας, άνοια, κατάθλιψη κ.α., ανάλογα με το ποιά περιοχή του εγκεφάλου έχει πληγεί.
Πηγή
Tromaktiko
Ίσως ήλθε η ώρα τα περιστέρια να βρουν επιτέλους μια νέα δουλειά, από τότε που βγήκαν στην ανεργία ως ταχυδρόμοι.
Είναι γνωστό ότι τα πουλιά αυτά έχουν θαυμάσια όραση, ίσως καλύτερη και από την ανθρώπινη (μπορούν, άλλωστε, να ξεχωρίσουν έναν πίνακα του Πικάσο από έναν του Μονέ), αλλά ότι θα κάνουν διάγνωση του καρκίνου του μαστού τόσο καλά όσο οι γιατροί, αυτό ξεπερνά κάθε φαντασία.
Και όμως, επιστήμονες στις ΗΠΑ, μετά από μια σειρά πρωτότυπων πειραμάτων, ανακάλυψαν ακριβώς αυτό: ένα περιστέρι είναι σε θέση να διακρίνει μια μαστογραφία ή μία βιοψία με όγκους, από μια χωρίς καρκίνο, σχεδόν τόσο καλά όσο οι άνθρωποι.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή Ρίτσαρντ Λέβενσον του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό PLoS One, έβαλαν 16 περιστέρια να «διαγνώσουν» αν οι εικόνες από τις μαστογραφίες και τις βιοψίες, που εμφανίζονταν σε μια οθόνη μπροστά στα πουλιά, έδειχναν ύπαρξη κακοήθους όγκου.
Οι επιστήμονες εκπαίδευσαν αρχικά τα πουλιά, ανταμοίβοντάς τα με τροφή κάθε φορά που έκαναν σωστή διάγνωση, τσιμπώντας με την μύτη τους την οθόνη, όταν εμφανιζόταν κάποια εικόνα με καρκίνο. Καθώς τα πουλιά εξοικειώνονταν με τη διαδικασία, το ποσοστό επιτυχούς διάγνωσης αυξανόταν συνεχώς.
Μεμονωμένα κάθε πουλί, μετά από 15 μέρες, είχε ποσοστό επιτυχίας 80% έως 85% - πολύ καλό, αν και όχι τόσο καλό όσο του έμπειρου γιατρού. Όμως συλλογικά το κοπάδι τα πήγε περίφημα, επιδεικνύοντας μια αξιοσημείωτη μορφή ομαδικής νοημοσύνης. Δείχνοντας τις ίδιες εικόνες σε διαφορετικά πουλιά και συνδυάζοντας τις «απαντήσεις» τους, το ποσοστό επιτυχούς διάγνωσης έφθασε το 99% (!), καλύτερο από έναν υπολογιστή που κάνει αυτόματη ανάλυση/διάγνωση εικόνας και ανάλογο με το ποσοστό επιτυχίας ενός έμπειρου γιατρού.
Τα περιστέρια, ως καλοί ακτινολόγοι, μπορούσαν να ανιχνεύσουν στις μαστογραφίες ακόμη και μικροσκοπικά ίχνη, που μπορεί να αποτελούν πρόωρες ενδείξεις καρκίνου.
Ακόμη και έμπειροι γιατροί μερικές φορές δυσκολεύονται να ερμηνεύσουν αυτό που βλέπουν στις εξετάσεις. Καθόλου παράξενο, έτσι, που οι ερευνητές δεν απέκλεισαν ότι στο μέλλον τα περιστέρια μπορεί πράγματι να αξιοποιηθούν ως διαγνωστικά «εργαλεία» στη θέση των γιατρών. Αν βέβαια δεν τα έχουν προλάβει οι βελτιωμένοι αλγόριθμοι τεχνητής νοημοσύνης των υπολογιστών-γιατρών έως τότε...
imerisia.gr