Το κόστος αναγνώρισης των πλασματικών ετών είναι αυτό που μπορεί να προβληματίζει τους ασφαλισμένους, αλλά αποζημιώνονται με σημαντική αύξηση στη σύνταξη
Αύξηση μέχρι και 382 ευρώ μπορούν να πάρουν στην τελική τους σύνταξη οι ασφαλισμένοι που θα αξιοποιήσουν πλασματικούς χρόνους για να συνταξιοδοτηθούν με πλήρη αντί μειωμένη σύνταξη και στις περισσότερες περιπτώσεις κατοχυρώνοντας την έξοδο με χαμηλότερο όριο ηλικίας ως και 5 έτη.
Η χρήση πλασματικών ετών είναι απαραίτητη επιλογή για 1 στους 2 ασφαλισμένους του ιδιωτικού τομέα, για 2 στους 3 δημοσίους υπαλλήλους και σχεδόν για 3 στους 4 ελεύθερους επαγγελματίες.
Το ένθετο «Ασφάλιση και Συντάξεις» του Ελεύθερου Τύπου δημοσιεύει σε έναν αποκαλυπτικό οδηγό συνταξιοδότησης όλα τα μυστικά για την αναγνώριση των πλασματικών χρόνων ασφάλισης που ενδιαφέρουν πάνω από 1,5 εκατ. ασφαλισμένους, οι οποίοι βρίσκονται στην τελευταία 5ετία του εργασιακού τους βίου για να βγουν στη σύνταξη.
Το κόστος αναγνώρισης των πλασματικών ετών είναι αυτό που μπορεί να προβληματίζει τους ασφαλισμένους, αλλά αποζημιώνονται με σημαντική αύξηση στη σύνταξη.
Για παράδειγμα, σύμφωνα με τους αποκαλυπτικούς πίνακες που επεξεργάστηκε και δημοσιεύει το ένθετο «Ασφάλιση και Συντάξεις»:
1. Ασφαλισμένος μισθωτός που είναι 62 ετών και έχει 37 χρόνια ασφάλισης με συντάξιμες αποδοχές 3.250 ευρώ, μπορεί να βγει φέτος με μειωμένη σύνταξη γιατί δεν συμπληρώνει 40ετία για πλήρη σύνταξη, και να πάρει 1.690 ευρώ από την οποία η εθνική θα έχει πέναλτι λόγω μειωμένης και αντί για 446,87 ευρώ θα βγει στα 312,8 ευρώ. Αν κάνει αναγνώριση 3 ετών για να συμπληρώσει 40ετία θα πάρει πλήρη σύνταξη 2.072 ευρώ. Το κέρδος του θα είναι 382 ευρώ, ενώ η εξαγορά θα του κοστίσει 23.400 ευρώ. Με την αύξηση των 382 ευρώ, το κόστος εξαγοράς θα το αποσβέσει σε 5 χρόνια. Μπορεί όμως να μην πληρώσει τίποτε από την τσέπη του και να συμψηφίσει την εξαγορά με παρακράτηση του 25% της σύνταξης. Σε αυτή την περίπτωση θα έχει παρακράτηση 518 ευρώ και θα εξοφλήσει το κόστος των πλασματικών ετών σε 3 χρόνια και 8 μήνες. Για αυτό το διάστημα λόγω της παρακράτησης αντί για 2.072 ευρώ θα παίρνει 1.554 ευρώ και μετά από 3,8 έτη που θα ολοκληρωθεί ο συμψηφισμός, θα παίρνει τη σύνταξη των 2.072 ευρώ.
2.Ασφαλισμένος μισθωτός που είναι 62 ετών και έχει 38 χρόνια ασφάλισης με συντάξιμες αποδοχές 1.525 ευρώ, μπορεί να βγει φέτος με μειωμένη σύνταξη και να πάρει 998 ευρώ. Αν κάνει αναγνώριση 2 ετών θα συμπληρώσει 40ετία και θα πάρει πλήρη σύνταξη 1.209 ευρώ. Το κέρδος του θα είναι 212 ευρώ ενώ η εξαγορά θα του κοστίσει 7.320 ευρώ. Με την αύξηση των 212 ευρώ, το κόστος εξαγοράς θα το αποσβέσει σε 2 χρόνια και 9 μήνες . Αν συμψηφίσει την εξαγορά με παρακράτηση του 25% της σύνταξης θα έχει παρακράτηση 293 ευρώ και θα εξοφλήσει το κόστος των πλασματικών ετών σε 2 χρόνια και 1 μήνα. Για αυτό το διάστημα λόγω της παρακράτησης θα παίρνει 907 ευρώ και μόλις ολοκληρωθεί ο συμψηφισμός, θα παίρνει τη σύνταξη των 1.209 ευρώ.
Από τα παραδείγματα φαίνεται ότι το κόστος εξαγοράς των πλασματικών ετών μπορεί και συμφέρει να αντιμετωπιστεί με συμψηφισμό από τη σύνταξη, καθώς αυτό που μετράει περισσότερο είναι η σημαντική αύξηση που θα κερδίσουν οι μελλοντικοί συνταξιούχοι.
Για τους ελεύθερους επαγγελματίες το κόστος για την αναγνώριση πλασματικού χρόνου υπολογίζεται με την εκάστοτε μηνιαία εισφορά του κλάδου σύνταξης, που αυξάνεται στην αρχή κάθε χρόνου. Για το 2026 η αύξηση είναι 2,5% και ο κάθε μήνας κοστίζει από 185,09 ευρώ για τους 8 στους 10 επαγγελματίες που είναι στην πρώτη κατηγορία έως 597,06 ευρώ για 2 στους 10 επαγγελματίες που επιλέγουν τις υψηλότερες κατηγορίες.
Για τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα η βάση υπολογισμού του ελάχιστου κόστους για την εξαγορά πλασματικού χρόνου είναι η συνολική εισφορά σύνταξης εργαζόμενου και εργοδότη, 0% επί του εκάστοτε κατώτατου μισθού.
Από την 1η Απριλίου που ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε στα 930 ευρώ το ελάχιστο κόστος αναγνώρισης πλασματικού χρόνου ανέρχεται στα 184 ευρώ τον μήνα. Το ελάχιστο κόστος αφορά όσους αμείβονται λόγω μειωμένων ωραρίων με μισθούς χαμηλότερους από τον κατώτατο μισθό, ενώ οι περισσότεροι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα πληρώνουν περισσότερα για αναγνωρίσεις πλασματικού χρόνου διότι έχουν υψηλότερες αποδοχές.
Σε σχέση με μια πενταετία πριν τα πλασματικά είναι ακριβότερα. Μισθωτός με αποδοχές στο ύψος του κατώτατου μισθού που έκανε αίτηση το 2020 για αναγνώριση 3 ετών με τον τότε κατώτατο στα 650 ευρώ, θα έπρεπε να καταβάλλει 130 ευρώ τον μήνα και 4.680 ευρώ για τα 3 έτη που αναγνώρισε. Με τον σημερινό κατώτατο μισθό στα 920 ευρώ η εξαγορά 3 πλασματικών ετών κοστίζει 184 ευρώ ο μήνας, και 6.624 ευρώ στο σύνολο.
Αντίστοιχα ένας ελεύθερος επαγγελματίας στην πρώτη ασφαλιστική κατηγορία που έκανε αίτηση για εξαγορά τριών πλασματικών ετών το 2020, κατέβαλε 155 ευρώ τον μήνα και 5.580 ευρώ συνολικά, και αν κάμνει αίτηση σήμερα για εξαγορά τριών ετών θα πληρώσει 185,09 ευρώ τον μήνα και 6.663 ευρώ συνολικά.
Η αίτηση για την αναγνώριση πλασματικού χρόνου μπορεί να υποβληθεί τώρα και να ενεργοποιηθεί αργότερα, κοντά στη συνταξιοδότηση. Η εξαγορά συμφέρει να γίνει νωρίς και ακόμη καλύτερα να εξοφληθεί εφάπαξ γιατί δίδεται έκπτωση 2% για κάθε πλήρες έτος εξαγοράς. Πέραν αυτού συμφέρει όσους έχουν χαμηλές αποδοχές γιατί αν πάρουν αυξήσεις αυτομάτως αυξάνεται και το κόστος των εξαγορών.
Το κόστος εξαγοράς μπορεί να παγώσει με βάση την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Επομένως αν η αίτηση υποβληθεί τώρα και ενεργοποιηθεί κοντά στη συνταξιοδότηση, το κόστος που θα πληρώσει ο ασφαλισμένος υπολογίζεται με βάση τον μισθό που έχει τη στιγμή της αίτησης. Οι ασφαλισμένοι που θα αξιοποιήσουν αυτή την επιλογή θα παγώσουν το κόστος εξαγοράς πλασματικού χρόνου με βάση τους μισθούς και τις εισφορές που ισχύουν για παράδειγμα το 2026, ακόμη και αν ενεργοποιήσουν την αίτηση και αρχίσουν να πληρώνουν το 2030 που θα έχουν αυξηθεί και οι μισθοί αλλά και οι εισφορές.
Ο νόμος προβλέπει τρεις τρόπους αναγνώρισης πλασματικού χρόνου: Με μηνιαία πληρωμή (δόσεις) του ποσού εξαγοράς, με συμψηφισμό του 25% της σύνταξης και με εφάπαξ πληρωμή. Στην εφάπαξ πληρωμή δίδεται έκπτωση 2% για κάθε πλήρες έτος αναγνώρισης. Για παράδειγμα με αναγνώριση 3 ετών η έκπτωση στην εφάπαξ εξαγορά είναι 6%, ενώ για αναγνώριση2,6 ετών ή έκπτωση είναι 4%.
1.Εξαγορά 3 πλασματικών ετών για πλήρη σύνταξη στα 62 με 40ετία αντί μειωμένη στα 62 με 37ετία

(*) Ποσά σύνταξης μικτά
2.Εξαγορά 2 πλασματικών ετών για πλήρη σύνταξη στα 62 με 40ετία αντί μειωμένη στα 62 με 38ετία

(*) Ποσά σύνταξης μικτά
Πηγή: Εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος»
Όπου φύγει, φύγει από την εργασία… Δεκάδες χιλιάδες αιτήσεις για συντάξεις κάθε μήνα
Αυξάνονται οι αιτήσεις λόγω των αναμενόμενων μέτρων για όρια ηλικίας – Οι 2 λόγοι που οδηγούν σε αιτήσεις συνταξιοδότησης
Έκρηξη συνταξιοδοτήσεων αναμένει η κυβέρνηση τα επόμενα χρόνια καθώς τα σενάρια για αύξηση των ορίων ηλικίας για τη χορήγηση σύνταξης, οδηγούν περισσότερους ασφαλισμένους στην υποβολή αιτήσεων συνταξιοδότησης.
Οι επιπτώσεις του οξυμένου δημογραφικού προβλήματος επαναφέρουν στο τραπέζι το ενδεχόμενο αύξησης των γενικών ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης μετά το 2027, γεγονός που ωθεί όσους έχουν τη δυνατότητα να αποχωρήσουν.
Ταυτοχρόνως, την έξοδο επιτείνει η δυνατότητα που παρέχεται – πλέον – σε συνταξιούχους να συνεχίσουν να εργάζονται, χωρίς να χάνουν μέρος της σύνταξής τους.
Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα στοιχεία του ΕΦΚΑ οι αιτήσεις συνταξιοδότησης κατά το πρώτο τετράμηνο φτάνουν τις 65.000, ενώ εκτιμάται ότι στο τέλος του 2024 ενδέχεται να φθάσουν τις 230.000 έως 250.000 αιτήσεις!
Σύμφωνα με τις εκθέσεις που έχουν έλθει στη δημοσιότητα η αύξηση του γενικού ορίου συνταξιοδότησης, η παράταση του εργασιακού – ασφαλιστικού βίου και η μείωση των ποσοστών αναπλήρωσης, επανεμφανίζονται στο δημόσιο διάλογο, με την κυβέρνηση να «δεσμεύεται» μόνο για το διάστημα ότι μέχρι το 2027. Οι δηλώσεις αρμοδίων κυβερνητικών παραγόντων αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρξουν αλλαγές μετά από το συγκεκριμένο έτος.
Η αναλογιστική μελέτη για το ασφαλιστικό
Τα εφιαλτικά μέτρα για το ασφαλιστικό, επανήλθαν στην επικαιρότητα με την αναλογιστική μελέτη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, η οποία που χρησιμοποιήθηκε στην αντίστοιχη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η έκθεση κατ’ ουσίαν έθεσε επί τάπητος τις δυσοίωνες δημογραφικές εξελίξεις και τις επιπτώσεις τους. Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής σε συνδυασμό βέβαια με τις περιορισμένες γεννήσεις και τη γήρανση του πληθυσμού, έχουν ως άμεσο αποτέλεσμα την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης. Η έκθεση αναφέρει για την χώρα μας το ενδεχόμενο η θεσμοθετημένη ηλικία συνταξιοδότησης να αυξηθεί στα 67,5 έτη από τα 62 έτη που είναι σήμερα – με 40 έτη ασφάλισης.
Στο μεσοδιάστημα και μέχρι το 2030, προτείνεται η αύξηση του σημερινού ορίου του 62ου έτους της ηλικίας με 40 χρόνια ασφάλισης στα 63,5 έτη. Ταυτοχρόνως το γενικό όριο ηλικίας που σήμερα είναι στα 67 έτη, ενδέχεται να φθάσει στα 68,5 έτη το 2030 και τα 72,5 έτη το 2070.
Όπως είναι φυσικό τα σενάρια αυτά δημιουργούν τάσεις φυγής στους ασφαλισμένους που έχουν την δυνατότητα αποχώρησης.
Πέραν τούτου στην αύξηση των αιτήσεων συμβάλουν δύο επιπλέον λόγοι:
1. Η δυνατότητα συνταξιοδότησης και ταυτόχρονης εργασίας όσων έχουν θεμελιώσει προϋποθέσεις πρόωρης συνταξιοδότησης όπως γονείς με παιδιά, αναγνώριση προϋπηρεσίας, είτε βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, οι οποίοι μπορούν να παραμείνουν στο δημόσιο ή τις ΔΕΚΟ, μπαίνοντας όμως στον πρώτο εισαγωγικό κλιμάκιο. Σε αυτή την περίπτωση ένας συνταξιούχος θα λαμβάνει πλήρως την σύνταξη που του αναλογεί με τα χρόνια προϋπηρεσίας. Ταυτόχρονα θα μπορεί να εργαστεί στον ιδιωτικό τομέα λαμβάνοντας μισθό με ένσημα, τα οποία κάποια στιγμή θα αυξήσουν το συνταξιοδοτικό εισόδημα.
2. Οι αυξήσεις που δόθηκαν στις συντάξεις τα δύο τελευταία χρόνια υπερβαίνουν το 17%.
Να σημειώσουμε ότι ήδη ο ΕΦΚΑ εφαρμόζει πιλοτικό πρόγραμμα σύμφωνα με το οποίο ειδοποιούνται οι ασφαλισμένοι – αρχικώς του δημοσίου τομέα – οι οποίοι πρόκειται να συνταξιοδοτηθούν, έτσι ώστε να έχουν έτοιμο το φάκελο δικαιολογητικών, έτσι ώστε να μην υπάρξει καθυστέρηση στην έκδοση σύνταξης.
Το πρόγραμμα αυτό, σταδιακά θα εφαρμοστεί και για τα υπόλοιπα Ταμεία.
Πατήθηκε το “κουμπί” για νέες αυξήσεις στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, με πρώτη τη Δανία να ψηφίζει, εν μέσω αντιδράσεων, σύνταξη στα 70 για τους σημερινούς 55άρηδες.
Το μοντέλο της Δανίας είναι αυτό που θα ακολουθήσουν και όλες σχεδόν οι ευρωπαϊκές χώρες, και η Ελλάδα από το 2027, καθώς τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης έχουν συνδεθεί με το προσδόκιμο ζωής μετά τα 65. Η σύνδεση αυτή έγινε για λόγους προστασίας του συνταξιοδοτικού συστήματος και επάρκειας των συντάξεων από τους κινδύνους του δημογραφικού, που είναι η αύξηση των ηλικιωμένων και η μείωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας λόγω της υπογεννητικότητας.
Η σύνδεση του προσδόκιμου ζωής μετά τα 65 με την ηλικία συνταξιοδότησης λειτουργεί ως βαλβίδα ασφαλείας για να μην υπάρξει η έκρηξη του ασφαλιστικού στο μέλλον από την αύξηση των δαπανών για συντάξεις.
Όταν –και όσο– ανεβαίνει λοιπόν το προσδόκιμο ζωής, τόσο θα “τσιμπάνε” προς τα πάνω και τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, που σημαίνει ότι οι ασφαλισμένοι θα μένουν περισσότερα χρόνια ως εργαζόμενοι και θα βγαίνουν αργότερα στη σύνταξη.
Στην Ελλάδα τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης θα επανεξεταστούν στο τέλος του 2026, καθώς από το 2027 θα εφαρμοστεί για πρώτη φορά η σύνδεσή τους με το προσδόκιμο ζωής των ατόμων άνω των 65 ετών.
Από τις αλλαγές, αν ακολουθηθεί η συνταγή της Δανίας, μπορεί να γλιτώσουν όσοι έχουν περάσει το 55ο έτος και να επηρεαστούν με αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης οι νεότεροι ασφαλισμένοι έως 55 ετών. Ο παράγοντας που θα κρίνει ποιοι και πόσο θα επηρεαστούν έχει να κάνει με τις σημερινές ηλικίες συνταξιοδότησης, που είναι χαμηλότερες της Δανίας.
Η μέση ηλικία αποχώρησης στην Ελλάδα διαμορφώνεται για τις γυναίκες στα 59,7 έτη και για τους άνδρες στα 63,2 έτη, ενώ ο μέσος όρος για τον ΟΟΣΑ είναι 63,1 έτη για τις γυναίκες και 64,4 έτη για τους άνδρες.
Η σύνδεση του προσδόκιμου ζωής με τα όρια ηλικίας προβλέπεται από τον ΟΟΣΑ (έκθεση του 2024) και, όσον αφορά την Ελλάδα, μπορεί να εφαρμοστεί με μία από τις τρεις παρακάτω παραμέτρους:
Η αναλογία 1 προς 1 σημαίνει ότι για καθένα έτος που αυξάνεται ο μέσος όρος ζωής μετά το 65ο θα αυξάνονται κατά ένα έτος και τα όρια ηλικίας.
Η αναλογία 1 προς 2/3 σημαίνει ότι η αύξηση στα όρια ηλικίας θα εξελίσσεται με μέτρια ταχύτητα, δηλαδή για καθένα έτος που θα αυξάνεται το προσδόκιμο ζωής τα όρια ηλικίας θα αυξάνονται κατά 8 μήνες, ενώ με αναλογία 1 προς 1/3 η αύξηση στα όρια ηλικίας θα είναι 4 μήνες.
Στην Ελλάδα η σύνδεση του δείκτη προσδόκιμου ζωής των ατόμων άνω των 65 ετών με τα όρια ηλικίας έχει ψηφιστεί από το 2010, με τον ασφαλιστικό νόμο 3863/2010, και προβλέπει την αναπροσαρμογή των ορίων ηλικίας ανά τρία χρόνια από το 2021 και μετά. Η πρώτη αναπροσαρμογή για το 2021 δεν εφαρμόστηκε λόγω της πανδημίας. Η δεύτερη ήταν για το 2024, αλλά δεν έγινε καμία μεταβολή, καθώς έληξε η μεταβατική περίοδος 2015-2021, που προέβλεπε όρια ηλικίας συνταξιοδότησης κάτω των 67 και των 62 ετών, και πλέον ο επόμενος σταθμός είναι το 2027. Εκεί πιθανολογείται ότι, αν υπάρξει κάποια αλλαγή, αυτή θα εφαρμοστεί σταδιακά έως το 2030.
Τρεις είναι οι δημογραφικοί δείκτες που θα καθορίσουν αν και πόσο θα αυξηθούν τα όρια ηλικίας από το 2027:
Η πρόσφατη μελέτη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής δείχνει ότι το 2030 τα νομοθετημένα σήμερα όρια ηλικίας των 62 και 67 ετών αυξάνονται κατά 1,5 έτος.
Αν η αύξηση των ορίων ηλικίας γίνει σταδιακά, οι ασφαλισμένοι, για παράδειγμα, που θα κλείσουν το 62ο έτος το 2027 μπορεί να συνταξιοδοτηθούν με όριο ηλικίας τα 62,6, όσοι κλείσουν τα 62 το 2028 να βγουν στα 62,9 και όσοι κλείσουν τα 62 το 2030 να συνταξιοδοτηθούν στα 63,5.
Το όριο ηλικίας των 62 ετών σήμερα με 40 έτη ασφάλισης για πλήρη σύνταξη, σύμφωνα με τη μελέτη, αυξάνεται στα 63,5 έτη στην περίοδο 2027-2030. Έως το 2040 θα έχει αυξηθεί στα 64,5 έτη, το 2050 στα 65,5, το 2060 θα έχει φτάσει στα 66,7 έτη και το 2070 στα 67,5.
Το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση για τους άνδρες αυξάνεται από 78,8 έτη το 2022 σε 86,5 έτη το 2070 και για τις γυναίκες αυξάνεται επίσης από 84,2 έτη το 2022 σε 90,4 έτη το 2070. Το προσδόκιμο ζωής στα 65 για τους άνδρες πηγαίνει από 18,7 έτη το 2022 σε 23,9 έτη το 2070, ενώ για τις γυναίκες πηγαίνει από 21,7 έτη σε 26,7 έτη, αντίστοιχα...tilestwra.com
Δείτε αναλυτικούς πίνακες με τα ποσά
Αυξήσεις τριών ταχυτήτων, που μπορεί να φτάνουν (ενδεικτικά) έως και τα 97 ευρώ, θα πάρουν οι ασφαλισμένοι που πρόκειται να συνταξιοδοτηθούν το 2025 από Ταμεία του ιδιωτικού τομέα.
Σύμφωνα με τα αποκαλυπτικά παραδείγματα που επεξεργάστηκε και δημοσιεύει το ένθετο «Ασφάλιση και Συντάξεις», στην πρώτη ταχύτητα, η αύξηση στις συντάξεις του 2025 φτάνει στα 97 ευρώ και αφορά ασφαλισμένους που θα αποχωρήσουν με ένα επιπλέον έτος το 2025, για παράδειγμα με 40 έτη αντί 39 που είχαν έως το 2024.
Στη δεύτερη ταχύτητα, οι αυξήσεις φτάνουν έως 50,34 ευρώ και αφορούν όσους αποχωρήσουν μεν το 2025, αλλά με διαφορά μερικούς μήνες ασφάλισης από το 2024 και όχι κατά ένα πλήρες έτος
Στην τρίτη ταχύτητα, τα κέρδη από τη συνταξιοδότηση το 2025 φτάνουν έως 36 ευρώ και αφορούν όσους θα αποχωρήσουν με τα ίδια έτη ασφάλισης που είχαν οι ασφαλισμένοι που συνταξιοδοτήθηκαν το 2024.
Για παράδειγμα:
Οι ασφαλισμένοι που πρόκειται να συνταξιοδοτηθούν φέτος μπορούν να πάρουν υψηλότερη σύνταξη αξιοποιώντας τις εξαγορές πλασματικού χρόνου, το διάστημα που θα υποβάλουν την αίτηση, αλλά και τον συνδυασμό από χρόνους διαδοχικής και παράλληλης ασφάλισης.
Η εξαγορά πλασματικού χρόνου συμφέρει διπλά, αφενός, γιατί εξασφαλίζει συντάξιμο χρόνο που δίνει μεγαλύτερο ποσοστό αναπλήρωσης και, αφετέρου, διότι, με αναγνώριση ετών, οι ασφαλισμένοι μπορούν να συνταξιοδοτηθούν με πλήρη αντί με μειωμένη σύνταξη. Για παράδειγμα, ασφαλισμένος του ιδιωτικού τομέα που έχει 36 έτη το 2025 και ηλικία 62 ετών θα πάρει μειωμένη σύνταξη και θα χάσει 131 ευρώ από την εθνική σύνταξη, που έχει ποινή 30% για σύνταξη με μειωμένο όριο ηλικίας. Αν, όμως, αναγνωρίσει 4 πλασματικά έτη και συμπληρώσει 40ετία, θα πάρει πλήρη σύνταξη στα 62, κερδίζοντας τα 131 ευρώ στην εθνική σύνταξη, αλλά και ποσοστό αναπλήρωσης 50%, από 39,81% που θα ήταν αν έβγαινε με 36 έτη. Το αυξημένο ποσοστό αναπλήρωσης πριμοδοτεί το δεύτερο κομμάτι της ανταποδοτικής σύνταξης.
Ο χρόνος διαδοχικής ασφάλισης αυξάνει τα συνολικά έτη και τον συντελεστή υπολογισμού της σύνταξης, ενώ ο χρόνος από παράλληλη ασφάλιση αυξάνει τις συντάξιμες αποδοχές και βελτιώνει το ποσό της σύνταξης. Για παράδειγμα, ασφαλισμένος του ιδιωτικού τομέα παράλληλα σε δύο Ταμεία μπορεί να επιλέξει για τον υπολογισμό της σύνταξης αυτό στο οποίο έχει καταβάλει τις υψηλότερες εισφορές.
Ο μήνας που θα υποβληθεί η αίτηση συνταξιοδότησης εντός του 2025 παίζει ρόλο επίσης. Οι ασφαλισμένοι που θα υποβάλουν αίτηση συνταξιοδότησης μετά τον Ιούνιο και όσο πιο κοντά στο τέλος του 2025, θα πάρουν μεγαλύτερο ποσό, γιατί ο κάθε μήνας ανεβάζει και τα ποσοστά αναπλήρωσης και το τελικό ποσό σύνταξης είναι μεγαλύτερο.
ΚΕΡΔΙΣΜΕΝΟΙ
Οι ασφαλισμένοι που συμπληρώνουν από 36 έως 40 έτη ασφάλισης παίρνουν ετήσια προσαύξηση 2,55% στα ποσοστά αναπλήρωσης και από 39,81% στα 36 έτη φτάνουν στο 50% για την 40ετία. Η ετήσια προσαύξηση στο ποσοστό αναπλήρωσης φρενάρει απότομα μετά τα 40 έτη και από 2,55% πέφτει στο 0,5%, οπότε δεν συμφέρει η παραμονή πέραν της 40ετίας.
ΧΑΜΕΝΟΙ
Οι ασφαλισμένοι που θα πάρουν μειωμένη σύνταξη θα έχουν περικοπή 30% στην εθνική σύνταξη. Με 20 έτη ασφάλισης και άνω, θα λάβουν εθνική σύνταξη 305,48 ευρώ (αντί 436,40 ευρώ). Η απώλεια είναι υπολογίσιμη, καθώς ανέρχεται στα 130,92 ευρώ τον μήνα.
Από το 2015 και μετά ο υπολογισμός των επικουρικών συντάξεων έγινε δυσμενέστερος για τους νέους συνταξιούχους, καθώς εφαρμόζεται διπλό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο: α) τα χρόνια ασφάλισης έως το 2014 υπολογίζονται με συντελεστή 0,45% ανά έτος επί τις συντάξιμες αποδοχές έως το 2014 και β) για τα έτη από το 2015 και μετά μετρούν οι εισφορές και η ηλικία συνταξιοδότησης. Οσο περισσότερες είναι οι εισφορές και όσο πιο αργά (προς τα 67) βγαίνει κάποιος τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η επικουρική του.
Επικουρικές συντάξεις με μηνιαία ποσά που κυμαίνονται από 128 ευρώ έως και 435 ευρώ, ανάλογα με τις αποδοχές και τα έτη ασφάλισης, θα πάρουν οι ασφαλισμένοι που θα συνταξιοδοτηθούν εντός του 2025.
Το ένθετο «Ασφάλιση και Συντάξεις» επεξεργάστηκε και δημοσιεύει τα νέα ποσά για τις επικουρικές συντάξεις που θα πάρουν οι ασφαλισμένοι από Ταμεία του ιδιωτικού τομέα (ΙΚΑ, ΔΕΚΟ κ.ά.) και του Δημοσίου υποβάλλοντας αιτήσεις συνταξιοδότησης εντός του 2025.
Για τους ασφαλισμένους από τον ιδιωτικό τομέα, τα νέα ποσά για τις επικουρικές συντάξεις διαμορφώνονται ως εξής:
Για τους ασφαλισμένους του Δημοσίου που θα συνταξιοδοτηθούν το 2025, οι νέες επικουρικές συντάξεις διαμορφώνονται ως εξής.
Οι αυξήσεις στις νέες συντάξεις του 2025 για ασφαλισμένους που συνταξιοδοτούνται από Ταμεία μισθωτών (ΙΚΑ, ΔΕΚΟ, τραπεζών)

(1) Τιμαριθμοποίηση με πληθωρισμό 3,5% έτους 2023
(2) Τιμαριθμοποίηση με πληθωρισμό 2,7% έτους 2025.
Ποσά συντάξεων μικτά.
Οι νέα συντάξεις για ασφαλισμένους που συνταξιοδοτούνται από ταμεία ελεύθερων επαγγελματιών (ΟΑΕΕ-ΕΤΑΑ)






Όλες οι αλλαγές που θα φέρει το νέο έτος σε παλιούς και νέους συνταξιούχους
Αλλαγές που θα φέρουν έξτρα αυξήσεις συντάξεων, αποκατάσταση αδικιών, διορθώσεις επανυπολογισμών δρομολογούνται μέσα στο 2025 για 2,5 εκατομμύρια συνταξιούχους.
Συνολικά 11 ρυθμίσεις αναμένεται να προωθηθούν μέσα στη νέα χρονιά, τις οποίες αποκαλύπτει το ενθέτο «Ασφάλιση και Συντάξεις» της εφημερίδας «Ελεύθερος Τύπος»
Συνοπτικά οι 11 αλλαγές που έρχονται και αυτές που δρομολογούνται είναι οι εξής:
Πώς προκύπτουν ο εκτιμήσεις για την έξτρα αύξηση στις συντάξεις και τι θα γίνει αν πέσουν έξω;
Η εκτίμηση προκύπτει από τα στοιχεία που περιλαμβάνει η έκθεση της Τραπέζης της Ελλάδος (ΤτΕ) για τη νομισματική πολιτική που δημοσιεύτηκε στις 20 Δεκεμβρίου. Η ΤτΕ βλέπει την ανάπτυξη στο 2,3% για το 2024 (αντί 2,2% που λέει το οικονομικό επιτελείο) και τον πληθωρισμό στο 3% (αντί 2,7%). Αυτές οι εκτιμήσεις σημαίνουν πως στις συντάξεις φαίνεται ότι κλειδώνει διορθωτική αύξηση για το 2025 που θα είναι της τάξης του 0,25%. Αν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις της ΤτΕ το ερχόμενο φθινόπωρο, η διορθωτική αύξηση θα δοθεί το 2026. Αν πέσει έξω η ΤτΕ, τότε δεν θα δοθεί διορθωτική αύξηση.
Η αύξηση για το 2025 υπολογίστηκε από την κυβέρνηση με πληθωρισμό 2,7% και ανάπτυξη 2,2% για το 2024. Η αύξηση στις συντάξεις βγαίνει από το άθροισμα των δύο μεγεθών διά του 2. Ετσι καθορίστηκε αύξηση συντάξεων κατά 2,4% για το 2025. Η Τράπεζα της Ελλάδος όμως δίνει νέα πρόβλεψη για πληθωρισμό 3% και ανάπτυξη 2,3%, που σημαίνει ότι η αύξηση για το 2025 θα έπρεπε να είναι 2,65%. Το διορθωτικό ποσοστό 0,25% μπορεί να είναι μικρό, αλλά οφείλεται στους συνταξιούχους και, εφόσον επιβεβαιωθούν τα στοιχεία της ΤτΕ, τότε θα πληρωθεί με την αύξηση του 2026, όπως προβλέπει ο νόμος. Εφόσον προκύψει διορθωτική αύξηση και με τις μετρήσεις της Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.), τότε οι συνταξιούχοι θα πάρουν μεγαλύτερη αύξηση το 2026.
Η κανονική αύξηση για το 2026 θα είναι 2,5% και με το διορθωτικό θα φτάσει στο 2,75%. Για παράδειγμα, συνταξιούχος με 900 ευρώ σύνταξη κέρδισε αύξηση 21,6 ευρώ με το 2,4% και έχει σύνταξη 922 ευρώ. Το 2026 η αύξηση θα είναι 2,75%, οπότε θα κερδίσει 25 ευρώ και θα παίρνει 947 ευρώ.
Αντί του δείκτη μισθών, οι συντάξιμες αποδοχές των νέων συνταξιούχων θα αυξηθούν και το 2025 με τον πληθωρισμό. Η αναβολή υπολογισμού των συντάξιμων αποδοχών με τον δείκτη μισθών σημαίνει ότι οι νέες συντάξεις θα είναι κατά τι χαμηλότερες. Ο δείκτης μισθών θα ανέβαζε κατά 5,5% τις συντάξιμες αποδοχές, ενώ με τον πληθωρισμό θα αυξηθούν κατά 2,7%, οπότε η αύξηση που θα περάσει στη σύνταξη θα είναι μικρότερη. Για παράδειγμα με 40 έτη ασφάλισης και συντάξιμο μισθό 2.000 ευρώ, με τον δείκτη μισθών θα διαμορφωνόταν στα 2.110 ευρώ και η ανταποδοτική σύνταξη θα έβγαινε στα 1.055 ευρώ. Μαζί με την εθνική σύνταξη (436,40 ευρώ) η τελική σύνταξη θα διαμορφωνόταν στα 1.491 ευρώ για νέο συνταξιούχο του 2025. Με βάση τον πληθωρισμό όμως τα πράγματα αλλάζουν, καθώς οι συντάξιμες αποδοχές θα διαμορφωθούν στα 2.054 ευρώ, η ανταποδοτική στα 1.027 ευρώ και το τελικό ποσό με την εθνική σύνταξη βγαίνει στα 1.463 ευρώ. Βγαίνει δηλαδή χαμηλότερο κατά 28 ευρώ.
newsbomb.gr
Τα ποσοστά αναπλήρωσης κρύβουν μυστικά τόσο για τις νέες όσο και για τις επανυπολογισμένες συντάξεις
Κρυφά μπόνους που αυξάνουν τα ποσοστά αναπλήρωσης έως και 92% ή και 100% αποκαλύπτονται στους συντελεστές υπολογισμού των συντάξεων και σε πολλές περιπτώσεις οι συνταξιούχοι μπορούν να πάρουν σύνταξη που προσεγγίζει τον μέσο όρο του μισθού που είχαν ως εργαζόμενοι.
Η «ιδανική συνταξιοδότηση» φαίνεται είναι στα 40 έτη με μισθούς από 1.000 ευρώ έως 2.080 ευρώ.
Στους πίνακες με τα ποσά των νέων συντάξεων που επεξεργάστηκε και δημοσιεύει σήμερα το ένθετο «Ασφάλιση και Συντάξεις» αποκαλύπτονται τα εξής:
Τα ποσοστά αναπλήρωσης κρύβουν μυστικά τόσο για τις νέες όσο και για τις επανυπολογισμένες συντάξεις. Ως ποσοστό αναπλήρωσης ορίζεται το ποσοστό του μισθού που λαμβάνει ένας ασφαλισμένος από τη σύνταξη. Όταν μεγαλώνει το ποσοστό αναπλήρωσης, σημαίνει ότι ο συνταξιούχος λαμβάνει σύνταξη πολύ κοντά στον μισθό που είχε από την εργασία του.
Οι μεν νέοι συνταξιούχοι με 30 έτη ασφάλισης και άνω μπορούν να επιλέξουν πότε τους συμφέρει να αποχωρήσουν για να πάρουν καλύτερο ποσοστό αναπλήρωσης, οι δε παλαιοί συνταξιούχοι κέρδισαν σε πάρα πολλές περιπτώσεις μεγαλύτερη σύνταξη μέσω του επανυπολογισμού.
Για παράδειγμα, για έναν παλαιό συνταξιούχο που είχε σύνταξη 900 ευρώ και επανυπολογίστηκε από τον νόμο Κατρούγκαλου με συντάξιμο μισθό 1.000 ευρώ και χρόνο υπηρεσίας 40 ετών, η σύνταξη διαμορφώθηκε στα 812 ευρώ, ενώ με τον δεύτερο επανυπολογισμό του νόμου Βρούτση βελτιώθηκε στα 884 ευρώ. Σήμερα, όμως, η τελική σύνταξη, μετά και τις αυξήσεις που δόθηκαν, έχει φτάσει στα 981 ευρώ, δηλαδή ο συνταξιούχος παίρνει περισσότερα από αυτά που είχε με την αρχική του σύνταξη.
Από την άλλη, όμως, δεν λείπουν οι στρεβλώσεις και οι αδικίες για τους νέους συνταξιούχους.
Ενδεικτικά, για έναν δικαιούχο με συντάξιμες αποδοχές 1.000 ευρώ και χρόνο υπηρεσίας 40 ετών, η τελική σύνταξη διαμορφώνεται σε (500+426,17) 926,17 ευρώ, με πραγματικό ποσοστό αναπλήρωσης 92,62%. Αντίθετα, για έναν δικαιούχο με συντάξιμες αποδοχές 3.000 ευρώ και τον ίδιο χρόνο υπηρεσίας (40 έτη), η τελική σύνταξη διαμορφώνεται σε (1.500+426,17) 1.926,17 ευρώ, με πραγματικό ποσοστό αναπλήρωσης 64,21%. Για τον ίδιο δικαιούχο με 35 έτη ασφάλισης το ποσοστό αναπλήρωσης διαμορφώνεται, αντίστοιχα, σε 79,93%, με μισθό 1.000 ευρώ, και σε 51,52%, με μισθό 3.000 ευρώ.
Σύμφωνα με τους πίνακες που επεξεργάστηκε και δημοσιεύει το ένθετο «Ασφάλιση και Συντάξεις», τα ποσά των νέων συντάξεων και τα πραγματικά ποσοστά αναπλήρωσης για παλαιούς και νέους συνταξιούχους με 20 έως 30 έτη ασφάλισης διαμορφώνονται ως εξής:
*Με 20 χρόνια ασφάλισης και συντάξιμο μισθό 900 ευρώ, η σύνταξη διαμορφώνεται στα 569 ευρώ και το ποσοστό αναπλήρωσης είναι 63,22%.
*Με 25 χρόνια ασφάλισης και συντάξιμο μισθό 900 ευρώ, η σύνταξη διαμορφώνεται στα 612 ευρώ και το ποσοστό αναπλήρωσης είναι 68,03%
*Με 23 χρόνια ασφάλισης και συντάξιμο μισθό 1.200 ευρώ, η σύνταξη διαμορφώνεται στα 650 ευρώ και το ποσοστό αναπλήρωσης είναι 54,20%
*Με 27 χρόνια ασφάλισης και συντάξιμο μισθό 900 ευρώ, η σύνταξη διαμορφώνεται στα 631 ευρώ και το ποσοστό αναπλήρωσης είναι 70,09%
*Με 29 χρόνια ασφάλισης και συντάξιμο μισθό 1.500 ευρώ, η σύνταξη διαμορφώνεται στα 804 ευρώ, αλλά το ποσοστό αναπλήρωσης είναι 53,57%
*Με 30 χρόνια ασφάλισης και συντάξιμο μισθό 900 ευρώ, η σύνταξη διαμορφώνεται στα 664 ευρώ και το ποσοστό αναπλήρωσης ανεβαίνει στο 73,72%
*Με 30 χρόνια ασφάλισης και συντάξιμο μισθό 1.980 ευρώ, η σύνταξη διαμορφώνεται στα 948 ευρώ, αλλά το ποσοστό αναπλήρωσης υποχωρεί στο 47,89%.
Τα διαφορετικά ποσοστά αναπλήρωσης στις συντάξεις οφείλονται στον συνδυασμό δύο παραγόντων: του μισθού και της εθνικής σύνταξης. Ο μηχανισμός ευνοεί τους χαμηλόμισθους επειδή η εθνική σύνταξη είναι υψηλή για τις αποδοχές τους. Για παράδειγμα, στα 25 έτη ασφάλισης με μισθό 900 ευρώ, οι ασφαλισμένοι παίρνουν τα 426,17 ευρώ της εθνικής σύνταξης και 186 ευρώ από την ανταποδοτική σύνταξη, με το σύνολο να βγαίνει στα 612 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 68% του μισθού. Ενώ με μισθό 1.800 ευρώ η εθνική είναι 426,17 ευρώ και η ανταποδοτική 372 ευρώ, με σύνολο 798 ευρώ και αναπλήρωση μισθού από σύνταξη μόλις 44,36%.
Οι συντάξεις και τα πραγματικά ποσοστά αναπλήρωσης για 20, 23 και 25 έτη ασφάλισης



Πηγή: Newsbomb.gr